Αρθρα
19
Jan

Μιλωντας στα Παιδια για το Θανατο

Συνήθως, οι ερωτήσεις και οι απορίες των μικρών παιδιών αντιμετωπίζονται με χαμόγελο από τους ενήλικες και, πολύ συχνά, αποτελούν το θέμα των χαριτωμένων ιστοριών που διηγούνται οι γονείς στους φίλους τους. Κάποιες, όμως, παιδικές απορίες κάνουν το χαμόγελο των μεγαλύτερων να παγώσει, καθώς η απάντηση σε αυτές δεν είναι και τόσο εύκολη.

Θέματα, και κατ’ επέκταση ερωτήματα, σχετικά με το πένθος, την απώλεια και το θάνατο είναι αυτά που ταλανίζουν περισσότερο τους ενήλικες, καθώς δυσκολεύονται να τα συζητήσουν ανοιχτά μαζί με τα παιδιά. Ωστόσο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι κάθε είδους απώλεια, όπως ο θάνατος, αποτελεί καθημερινό φαινόμενο, είναι άμεσα συνυφασμένη με τη ζωή, και ως εκ τούτου, είναι μία αναπόφευκτη πραγματικότητα.

Πράγματι, σύμφωνα με τους ειδικούς, ο μέσος άνθρωπος θα κληθεί να αντιμετωπίσει τουλάχιστον σαράντα απώλειες (από ερωτικές και φιλικές σχέσεις που τελειώνουν μέχρι το θάνατο ενός οικείου ανθρώπου ή ακόμα και κατοικίδιου) κατά τη διάρκεια της ζωής του. Κι όμως, παρά τη συνεχή αναμέτρηση με την απώλεια που βιώνουμε όλοι ανεξαιρέτως, έχουμε εκπαιδευθεί κοινωνικά να προσπερνάμε τα συναισθήματα που αυτή μας προκαλεί, είτε εκλογικεύοντάς τα είτε απωθώντας τα βαθιά μέσα μας.

Για παράδειγμα, αν το αγαπημένο κατοικίδιο ενός παιδιού πεθάνει, η πρώτη αντίδραση των ενηλίκων θα είναι «μη στεναχωριέσαι, θα πάρουμε άλλο», μην αφήνοντας πολλά περιθώρια για ερωτήσεις που θα φέρουν σε δύσκολη θέση. Με την ίδια λογική, αν κάποιο αγαπημένο πρόσωπο αποβιώσει, είθισται το παιδί να κρατιέται μακριά από την όλη διαδικασία πένθους, ενώ οι απαντήσεις στις ερωτήσεις του, συνήθως, μάλλον αποτελούν πηγή περαιτέρω αποριών και σύγχυσης.

Με αυτόν τον τρόπο, ωστόσο, τα παιδιά δεν εξοικειώνονται με την απώλεια και δεν μαθαίνουν πώς να την αντιμετωπίσουν, με αποτέλεσμα να εξελίσσονται σε ενήλικες που δυσκολεύονται να χειριστούν – τόσο συναισθηματικά όσο και πρακτικά – πληθώρα καταστάσεων που ενέχουν απώλεια, όπως ένα χωρισμό, την αλλαγή εργασίας ή την απομάκρυνση των παιδιών από την οικογενειακή εστία, όταν ενηλικιωθούν.             

 

Πότε να μιλήσω στο παιδί μου για τον θάνατο;

Δεν υπάρχουν συνταγές ούτε προκαθορισμένες απαντήσεις σε αυτήν την ερώτηση. Η καλύτερη χρονική στιγμή για μια τέτοια συζήτηση είναι όταν προκύψει ένα τέτοιο συμβάν. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η καθημερινή μας ζωή συνδιαλέγεται με το θάνατο – επομένως, μία νεκρή πεταλούδα, ένα μαραμένο φυτό ή ο θάνατος του αγαπημένου κατοικίδιου μπορούν να γίνουν η αφετηρία για μία συζήτηση για το θάνατο. Ωστόσο, και στην περίπτωση που ο θάνατος ενός οικείου προσώπου μας προλάβει, η αναφορά σε τέτοια καθημερινά παραδείγματα βοηθά ουσιαστικά.

Σε κάθε περίπτωση, είναι χρήσιμο να θυμάται κανείς ότι καθώς τα παιδιά αναπτύσσονται και ωριμάζουν, οι απορίες τους γίνονται πιο ειδικές και απαιτούν πιο ξεκάθαρες απαντήσεις.  

Πιο συγκεκριμένα, στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης τα παιδιά αρκούνται σε έναν απλό ορισμό του θανάτου ή έστω σε μία απλή εξήγηση για τον θάνατο. Δεδομένου ότι ακόμα δεν έχουν κατακτήσει την έννοια της μονιμότητας, δεν αντιλαμβάνονται το θάνατο ως κάτι μη αναστρέψιμο, ενώ η μαγική σκέψη που χαρακτηρίζει αυτά τα πρώιμα στάδια ανάπτυξης είναι πιθανό να προκαλέσει συναισθήματα ενοχής.

Καθώς αναπτύσσονται, η έννοια του θανάτου αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον και προκαλεί περισσότερα ερωτήματα, για την απάντηση των οποίων αρχίζουν πλέον να στρέφονται και στους ομηλίκους τους. Σε αυτήν την ηλικία είναι κιόλας που αντιλαμβάνονται το μη αναστρέψιμο του θανάτου και το περατό της ζωής. Παράλληλα, διαμορφώνουν και τα συστήματα πεποιθήσεων τους, ενώ  η ανάγκη υποστήριξης από τους ομηλίκους τους γίνεται όλο και εντονότερη. Έτσι, στις ερωτήσεις που θέτουν σχετικά με τον θάνατο λανθάνουν οι ιδέες που έχουν για τη ζωή και το θάνατο, αλλά και οι φόβοι και τα άγχη τους. 

 

Πώς να μιλήσω  στο  παιδί μου για τον θάνατο;

Πρώτα από όλα, είναι χρήσιμο να αποσαφηνιστεί ότι το μεγαλύτερο κομμάτι της ανησυχίας που έχουν οι ενήλικες, όταν καλούνται να μιλήσουν σε ένα παιδί για το θάνατο, πηγάζει από το δικό τους άγχος και πιθανώς από τα δικά τους συναισθήματα σχετικά με αυτόν. Τα  παιδιά δεν γεννιούνται φοβούμενα το θάνατο – ο φόβος του θανάτου είναι επίκτητο συναίσθημα, το οποίο αναδύεται από την άρρητη κοινωνική εκπαίδευση που όλοι ανεξαιρέτως λαμβάνουμε.

Επιπλέον, το κάθε παιδί έχει το δικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται και να βιώνει το θάνατο, και μάλιστα αυτός ο τρόπος μεταβάλλεται ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο που βρίσκεται. Συνεπώς, δεν υπάρχει λίστα με προκαθορισμένα βήματα που πρέπει να ακολουθήσει κανείς για να μιλήσει για το θάνατο σε ένα παιδί. Αρκεί να δημιουργήσει κανείς ένα περιβάλλον υποστήριξης και κατανόησης, όπου όλες οι ερωτήσεις του παιδιού θα απαντηθούν με σεβασμό και χωρίς επίκριση.Αυτό θα το καταφέρει:

  1. Όντας ειλικρινής : τα παιδιά είναι σε θέση να καταλάβουν αν κάποιος τους λέει την αλήθεια. Η απόκρυψή της τα κάνει να αισθάνονται ότι δεν είναι άξια εμπιστοσύνης για να μάθουν τι ακριβώς συμβαίνει ή ότι δεν άξια σεβασμού – αυτό ισοδυναμεί με μία ακόμη απώλεια για τα παιδιά : χάνουν την εμπιστοσύνη στο άτομο που τους αποκρύπτει την αλήθεια. Στις περιπτώσεις που δεν γνωρίζουμε την απάντηση, αρκεί ένα απλό «δεν ξέρω». Ας μην ξεχνάμε κι εμείς οι ίδιοι ότι κάποιες ερωτήσεις απλά δεν έχουν απαντήσεις.

  2. Απαντώντας με υπομονή : συχνά τα παιδιά μπορεί να θέτουν ξανά και ξανά τις ίδιες ερωτήσεις, ακόμα και υπό ακατάλληλες συνθήκες, προκαλώντας τον εκνευρισμό των ενηλίκων. Όμως, πρέπει να έχει κανείς πάντα υπόψη του ότι τα παιδιά που βιώνουν πένθος χρειάζονται περισσότερο χρόνο να αφομοιώσουν τόσο τις αλλαγές που θα λάβουν χώρα από εκεί και έπειτα όσο και την έννοια του θανάτου per se.

  3. Χωρίς να φοβάται τις λέξεις : η αποφυγή της λέξης «πεθαίνω» και η αντικατάστασή της με άλλες, όπως «κοιμάμαι», «φεύγω ταξίδι», μπορεί να διευκολύνουν τον ενήλικα, ο οποίος έτσι αποφεύγει την ανάδυση άλλων αποριών τύπου «τι είναι ο θάνατος», ωστόσο, αποτελούν πηγή περαιτέρω σύγχυσης για το παιδί, ενώ είναι πιθανόν να προκαλέσουν και άλλα θέματα, όπως φόβο να κοιμηθεί μόνο του ή φόβο αποχωρισμού όταν οικεία και αγαπημένα του πρόσωπα όντως φεύγουν για κάποιο ταξίδι.

  4. Χρησιμοποιώντας απλές προτάσεις : αν οι εξηγήσεις που δίνονται στο παιδί είναι πολύπλοκες και δεν τις καταλαβαίνει, εκτός του ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος περαιτέρω σύγχυσης, θα σταματήσει να μιλάει για το γεγονός. Εν προκειμένω, η έκφραση «λίγα λόγια και καλά» ταιριάζει απόλυτα στην περίσταση.

  5. Ακούγοντας ενεργά το παιδί : είναι σημαντικό να προσπαθήσει κανείς να ακούσει ουσιαστικά όσα λέει το παιδί, δίνοντας του χρόνο να σκεφτεί και να θέσει περαιτέρω ερωτήσεις.

  6. Ενημερώνοντας το για το τι θα συμβεί από εδώ και πέρα : τα παιδιά συχνά αναστατώνονται και αγχώνονται με πρακτικά ζητήματα, όπως ποιος θα τα προσέχει. Είναι χρήσιμο να καθησυχάσουμε όποιο άγχος, εξηγώντας στο παιδί τι πρόκειται να συμβεί και τι αλλαγές πιθανόν να συμβούν, υπενθυμίζοντάς του ότι πάντα θα υπάρχει κάποιος δίπλα του να το προσέχει.

  7. Απομακρύνοντας το αίσθημα ενοχής : είναι συχνό φαινόμενο τα παιδιά να νιώθουν ένοχα για τον θάνατο κάποιου αγαπημένου τους προσώπου, στα πλαίσια της μαγικής σκέψης που χαρακτηρίζει την παιδική ηλικία. Τα παιδιά, ειδικά αυτά μέχρι την ηλικία των 11 ετών, χαρακτηρίζονται από εγωκεντρισμό, δηλαδή, θεωρούν ότι μπορούν να επηρεάσουν με τη σκέψη τους τον εξωτερικό κόσμο. Έτσι, για παράδειγμα, ο θάνατος ενός μικρότερου αδερφού μπορεί να πάρει ιδιαίτερες ενοχικές διαστάσεις για ένα εξάχρονο παιδί που στην αρχή δεν είχε καλοδεχτεί το νεότερο μέλος της οικογένειας και είχε ευχηθεί να μην είχε γεννηθεί. Επομένως, πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητό στο παιδί ότι η δική του συμπεριφορά ή σκέψη δεν είχε καμία επίδραση πάνω στο θάνατο του αγαπημένου προσώπου.

  8. Μοιράζοντας τα δικά του συναισθήματα με το παιδί : τα παιδιά ήδη από την ηλικία των 2 ετών αντιλαμβάνονται το πένθος και είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό. Επιπλέον, η ανοιχτή συζήτηση για τα συναισθήματα με το παιδί εξυπηρετεί έναν διπλό σκοπό : α. το παιδί μαθαίνει με αυτόν τον τρόπο ότι τα συναισθήματα – είτε αυτά είναι θετικά είτε αρνητικά – είναι σημαντικό να τα βιώνουμε και να τα εκφράζουμε και, β. ότι δεν ευθύνονται αυτά για το δικό μας πένθος.

  9. Αναπολώντας στιγμές του θανόντα και διατηρώντας ενθύμια από αυτόν : με αυτόν τον τρόπο, το παιδί μαθαίνει ότι το προσφιλές άτομο που πέθανε μπορεί να μην είναι φυσικά παρόν στη ζωή του, όμως, είναι παρόν στις αναμνήσεις του, αμβλύνοντας έτσι τον παιδικό πόνο.

  10. Διατηρώντας την ελπίδα ζωντανή : σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να καταστεί σαφές στο παιδί ότι το πένθος δεν είναι μία μόνιμη κατάσταση. Τα αρνητικά συναισθήματα που βιώνει σταδιακά θα αμβλυνθούν και θα είναι και πάλι σε θέση να συνεχίσει τη ζωή του κοντά στα αγαπημένα του πρόσωπα.

 

- Ποιες αντιδράσεις του παιδιού μου να θεωρήσω ανησυχητικές;

Τα παιδιά αντιδρούν διαφορετικά στο θάνατο ανάλογα την ηλικία τους, την συναισθηματική τους ανάπτυξη, την οικειότητα με το άτομο που πέθανε, αλλά και από τις αντιδράσεις του οικείου περιβάλλοντος απέναντι στο θάνατο. Άλλα μπορεί να κλείνονται στα δωμάτιά τους απαιτώντας έτσι προσωπικό χώρο, ενώ άλλα μπορεί να συνεχίζουν να παίζουν με τα παιχνίδια τους.

Ωστόσο, υπάρχουν μερικές συμπεριφορές που θα πρέπει να τυγχάνουν ιδιαίτερης προσοχής εκ μέρους των γονέων ή των φροντιστών των παιδιών και αν εμμένουν να

απευθύνονται σε συμβουλευτικές υπηρεσίες ή σε κάποιον ειδικό. Αυτές είναι:

α. Υπερδιέγερση

β. Διαταραχές ύπνου (αϋπνία, εφιάλτες, νυχτερινή ενούρηση)

γ. Ψυχοσωματικές εκδηλώσεις (πονοκέφαλοι, πονόκοιλοι – είναι συχνά παρόμοιες με αυτές που εμφάνιζε το άτομο που πέθανε)

δ. Απώλεια κατεκτημένων δεξιοτήτων (πχ. ένα παιδί που έχει μάθει να πηγαίνει τουαλέτα, λερώνεται)

ε. Απουσία εκδήλωσης οποιουδήποτε αρνητικού συναισθήματος

στ. Κοινωνική απόσυρση – μειωμένο ενδιαφέρον για το παιχνίδι

ζ. Αυτοκαταστροφική συμπεριφορά

η. Προβλήματα στην σχολική απόδοση

θ. Πλήρης ταύτιση με τον θανόντα